13 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1945: Ο ΒΟΜΒΑΡΔΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΔΡΕΣΔΗΣ

Ο βομβαρδισμός της Γερμανίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διήρκεσε πέντε χρόνια και είναι ένα γεγονός που όμοιό του δεν συναντάται στην ιστορία της ανθρωπότητας. Το ανατολικό τμήμα της Γερμανίας ερήμωσε, με τη διαφυγή και το διωγμό των κατοίκων από εκεί. Η  Γερμανία  γνώρισε τη μεγαλύτερη συμφορά μετά τον Τριακονταετή Πόλεμο. Και περισσότερες από χίλιες πόλεις και χωριά βομβαρδίστηκαν. Σχεδόν ένα εκατομμύριο τόνοι βόμβες έπεσαν πάνω σε τριάντα εκατομμύρια πολίτες, κυρίως γυναικόπαιδα και ηλικιωμένους. Σ’ όλη τη γερμανική επικράτεια, σημειώθηκαν εκρήξεις και ξέσπασαν πυρκαγιές, υπήρξαν περισσότερα από μισό εκατομμύριο θύματα, ενώ πόλεις, που χρονολογούνταν από το Μεσαίωνα, υπέστησαν ανεπανόρθωτες ζημιές. Βέβαια, ο πύρινος όλεθρος στο Αμβούργο και στη Δρέσδη έχει αποτυπωθεί στη μνήμη του Γερμανικού έθνους και είναι ευρέως γνωστός. Ωστόσο, λίγα γνωρίζουμε για το τι πραγματικά συνέβη στο Πφόρτσχαϊμ, το Ντόρτμουντ, το Ντάρμστατ, το Κρέφελντ, και το Κάσελ, όπως και σε πολλές άλλες πόλεις που έγιναν στάχτη.

Στο Β ‘Παγκόσμιο Πόλεμο περίπου 410.000 Γερμανούς πολίτες σκοτώθηκαν από τις συμμαχικές αεροπορικές επιδρομές. Από τον Ιούλιο 1944  έως τον  Ιανουάριο  1945, κατά μέσο όρο 13.536 άνθρωποι έχαναν τη ζωή τους κάθε μήνα. Στο Αμβούργο και μόνο περίπου 49.000 άμαχοι σκοτώθηκαν από βομβαρδισμούς, και στο Βερολίνο περίπου 35.000. Κατά τη διάρκεια μιας και μόνον  επίθεσης που  πραγματοποιήθηκε τη νύχτα από 1 – 14 Φεβρουάριος 1945, περισσότεροι από 130.000 πολίτες σκοτώθηκαν στη Δρέσδη. Αλλά δεν είναι μόνο αυτές οι  πόλεις είχαν πέσει θύματα των στρατηγικών βομβαρδισμών  των Συμμάχων.
Η μεσαίου μεγέθους πόλη Nordhausen έχασε περίπου το 20% του πληθυσμού της σε μια επίθεση νύχτα Μαΐου 1945, Pfortzheim έχασε 22%. Πολλές πόλεις, μεσαίου  μεγέθους, αλλά  και μικρές πόλεις είχαν το στόχο της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας (RAF) και των ΗΠΑ Air Force (USAAF), μεταξύ των οποίων και η Καρλσρούη, η Στουτγάρδη, το  Έσσεν, η Βρέμη, η Wilhelmshaven, η Emden, η Ντούισμπουργκ, το Αμβούργο, η Σααρμπρύκεν, το Ντίσελντορφ,η  Osnabrück, το Mainz, η Lübeck, η Münster, η Kassel, η Κολωνία, το Schweinfurt, η Ιένα, το Darmstadt, το Krefeld, η Λειψία, η Δρέσδη, τα Brunswick,το  Μόναχο, η Magdeburg, η Aschersleben, το Halberstadt, η Chemnitz, η Halle, η Plauen,το  Dessau, η Potsdam, η Ερφούρτη, αλλά και πόλεις όπως η Cailsheim, η Freudenstadt κα ιη  Hildesheim.
Παρ ‘όλα αυτά  ότι οι αεροπορικές επιδρομές δεν είχαν επιπτώσεις στη στάση του πληθυσμού στον πόλεμο και στο εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς. Στην πράξη, εκτός από την μείωση της βιομηχανικής παραγωγής, ο διακηρυγμένος στόχος των συμμαχικών επιδρομών ήταν να αποδυναμώσει το ηθικό του πληθυσμού και να τινάξει τα ίδια τα θεμέλια του καθεστώτος. Κάτι το οποίο δεν πέτυχαν. Ακόμη και αν η γερμανική πολιτική ηγεσία περίμενε  δημόσια αναταραχή και εξέγερση του λαού που μπορούσαν να προκαλέσουν οι  από αέρος βομβαρδισμοί, αυτό δεν συνέβη.

Η πύρινη καταιγίδα
Η Δρέσδη είναι πρωτεύουσα του ομόσπονδου κράτους της Σαξονίας. Είναι χτισμένη στις όχθες του ποταμού Έλβα. Χαρακτηρίζεται ως η «Φλωρεντία του Έλβα». Κατά τα χρόνια του Β΄ΠΠ η Δρέσδη αποτέλεσε το χώρο στον οποίο βρήκαν καταφύγιο άστεγοι και κυνηγημένοι από τις γύρω πόλεις. Ο συνολικός της πληθυσμός υπολογίζεται σε 650.000 έως 800.000 χιλιάδες ανθρώπους. Στρατηγικά η πόλη δεν αποτελούσε στόχο. Δεν είχε ούτε βαριά ή στρατιωτική βιομηχανία ούτε κάποια μεγάλη αεροπορική βάση. Το Φεβρουάριο του 1945 το Ανατολικό Μέτωπο απείχε από την πόλη περίπου στα 130 χλμ. Η απόφαση για το βομβαρδισμό της πόλης είχε παρθεί πολλούς μήνες νωρίτερα, αλλά οι κακές καιρικές συνθήκες σε συνδυασμό με τη μετατόπιση των βομβαρδισμών στο Βερολίνο και κυριότερα στην κοιλάδα του Ρήνου, όπου βρίσκονταν η βαριά βιομηχανία της Γερμανίας, δίνανε παράταση στην πύρινη καταιγίδα που θα ακολουθούσε. Ουσιαστικά στις αρχές του 1945 δεν υπήρχε στρατηγικός στόχος που να μην έχει χτυπηθεί μέσα στο έδαφος της Γερμανίας.

130217 DRESDH2
Αφίσσα που αναπαριστά την καταστροφή της Δρέσδης

Στις 13 Φεβρουαρίου 1945 το πρώτο κύμα των βαρέων τετρακινητηρίων αγγλικών βομβαρδιστικών Λάνκαστερ απογειώθηκε στις 5.32 μμ.  Στις 6.00 μμ ολόκληρο το πρώτο κύμα της 5ης Σμηναρχίας μάχης, 244 βομβαρδιστικά Λάνκαστερ βρίσκονταν στον αέρα. Με χρονική διαφορά περίπου τρεις ώρες βρέθηκε στο αέρα και το δεύτερο κύμα. Αυτή τη φορά στο αέρα είχαν σηκωθεί 529 Λάνκαστερ της 1ης,3ης,6ης και 8ης Σμηναρχίας μάχης. Ο χρόνος πτήσης συνολικά με την επιστροφή θα διαρκούσε περισσότερες από 8 ώρες ή 2.400 χιλιόμετρα πτήσης. Στις αποθήκες τους βρίσκονταν συνολικά τρεις χιλιάδες τόνοι βομβών. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία ήταν εμπρηστικές, δηλαδή βόμβες φωσφόρου. Ταυτόχρονα με τα δύο αυτά κύματα σε ολόκληρο το έδαφος της Γερμανίας πραγματοποιούνταν επιθέσεις αντιπερισπασμού ώστε την ώρα της πραγματικής επίθεσης η αντιαεροπορική κάλυψη και η Διοίκηση των νυχτερινών μαχητικών να έχει κορεστεί.
Στις  22.15 μμ. το πρώτο κύμα είχε φτάσει πάνω από την πόλη και περίμενε το πράσινο φως από ειδικά εξοπλισμένα αεροπλάνα τύπου μοσκίτο [mosquito] να επισημάνουν τους στόχους. Μετά από μερικά λεπτά τα βομβαρδιστικά έριξαν τις βόμβες. Το δεύτερο κύμα έφτασε πάνω από τη φλεγόμενη πόλη ακριβώς στις 1.30 πμ. Αυτή τη φορά δεν χρειάστηκε η επισήμανση των στόχων γιατί όλη η πόλη φλέγονταν. Και τα δύο βρετανικά κύματα δεν αντιμετώπισαν παρά μια σχετικά αδύνατη αντιαεροπορική άμυνα. Ολόκληρο το βάρος της η Γερμανική άμυνα το είχε δώσει στην εξ ανατολών σοβιετική επίθεση. Ο τρόπος με τον οποίο έφευγαν οι βόμβες από τις αποθήκες των αεροσκαφών ήταν ειδικά σχεδιασμένος. Πρώτα έφευγαν οι εκρηκτικές βόμβες, που  σκοπό είχαν να καταστρέψουν τον σκελετό και τις στέγες των κτιρίων. Στην συνέχεια ρίχνονταν οι ραβδόμορφες εμπρηστικές βόμβες. Κύριο συστατικό τους ήταν ο φώσφορος.

Η δομή των Γερμανικών πόλεων της εποχής, όπως και τα υλικά κατασκευής των κτιρίων βοηθούσαν όχι μόνο στη γρήγορη εξάπλωση της πυρκαγιάς, αλλά και στη δημιουργία ενός πύρινου ανεμοστρόβιλου, η ταχύτητα του οποίου ξεπερνούσε τα 250χλμ. Έτσι όχι μόνο η φωτιά εξαπλώθηκε αστραπιαία, αλλά όσο η ώρα περνούσε και οι θερμοκρασίες ανέβαιναν τόσο η καταστροφή μεγάλωνε. Ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα αναφλέγονταν χωρίς να έχουν βομβαρδιστεί. Η άσφαλτος έλειωνε και όσοι προσπάθησαν να βρουν καταφύγιο μέσα στον ποταμό Έλβα κάηκαν με την σειρά τους και αυτοί ζωντανοί. Το ποτάμι σχεδόν είχε βράσει και ο φώσφορος αναφλέγονταν στη επιφάνεια του κάνοντας αδύνατη την επιβίωση. Όσοι μείνανε μέσα στα καταφύγια μάλλον δεν πρόλαβαν να σκεφτούν τι ακριβώς τους συμβαίνει.

130217 HARRIS
Ο Άρθουρ Χάρις, έμεινε στην ιστορία ως «Bomber Harris» και βαρύνεται με το έγκλημα της εξόντωσης του άμαχου πληθυσμού της Δρέσδης

Όμως η καταστροφή δεν είχε ολοκληρωθεί. Με το πρώτο φως της ημέρας 316 Β-17 ιπτάμενα φρούρια [flying fortress] τετρακινητήρια  βαρέα αμερικανικά αεροπλάνα, της 8ης Αεροπορικής Δύναμης ξεκίνησαν να συνεχίσουν το έργο που είχαν ξεκινήσει τα βρετανικά πληρώματα την προηγούμενη νύχτα. Στις 12.15 πμ – 12,25πμ είχαν ήδη φτάσει πάνω από το στόχο τους. Έριξαν συνολικά 771 τόνους βομβών πάνω από μια πόλη η οποία απλά δεν υπήρχε πλέον. Οι συνολικές συμμαχικές απώλειες ήταν ελάχιστες. Πιο πολλά αεροσκάφη χάθηκαν από ατυχήματα κατά τη διάρκεια της πτήσης, παρά από τη Γερμανική αεράμυνα. Οι απώλειες στο έδαφος ήταν ανυπολόγιστες. Η συνολική υποδομή της πόλης είχε καταστραφεί ολοσχερώς. Δεν υπήρχε νερό, ούτε ρεύμα, ούτε νοσοκομεία, ούτε χώρος ταφής των πτωμάτων. Συνολικά στην πόλη έπεσαν 45.000 χιλιάδες βόμβες, σχεδόν 4.000 χιλιάδες τόνοι. Οι φωτιές συνεχίστηκαν για εφτά ημέρες και οκτώ νύχτες. Οι συνολικές απώλειες και των τριών κυμάτων υπολογίζονται στους 135.000 χιλιάδες νεκρούς και σχεδόν 400.000 χιλιάδες αστέγων. Ο πραγματικός αριθμός των νεκρών δεν μπόρεσε ποτέ να επιβεβαιωθεί με ακρίβεια. Το μόνο σίγουρο είναι ότι, οι νεκροί, ξεπέρασαν τούς νεκρούς από το χτύπημα στη Χιροσίμα. Χωρίς φυσικά να υπολογιστούν οι μετέπειτα παρενέργειες της ραδιενέργειας.

Ήταν ο πρώτος βομβαρδισμός πόλης κατά τη διάρκεια του πολέμου που δημιούργησε παγκόσμια κατακραυγή. Από την επόμενη μέρα ο ίδιος ο Βρετανός πρωθυπουργός ( ο οινόφλυξ) Ουίνστων Τσώρτσιλ  πήρε αποστάσεις. Είμαστε θηρία; ρώτησε μια νύχτα του 1943, μετά από προβολή  μιας ταινίας με  τις ζημιές που είχαν προκληθεί κατόπιν ενός  βομβαρδισμού  που  έγινε στη Γερμανία. Η ερώτηση ήταν μάλλον ρητορική: Ο Τσώρτσιλ είχε εγκρίνει την εκστρατεία βομβαρδισμού των Γερμανικών πόλεων από το ξεκίνημά του πολέμου  το 1940. Είχε εγκρίνει  επίσης τη μαζική επίθεση που άρχισε σε συνδυασμό με τις αμερικανικές αεροπορικές δυνάμεις κατά τα δύο τελευταία χρόνια του πολέμου. Η γλώσσα του  μιλούσε όταν ήταν νηφάλιος για  «εξολόθρευση», «εκμηδένιση», των Γερμανών.  Μήπως η βρετανική στρατιωτική μηχανή προοριζόταν  εσκεμμένα στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο σε μια πορεία για  τη γενοκτονία του Γερμανικού λαού;

Ο εμπνευστής ολόκληρου του αεροπορικού βομβαρδισμού της Γερμανίας, ο Άρθουρ Χάρις υπεραμύνθηκε της τακτικής του. Πολλά έχουν γραφτεί από τότε. Πολλοί υπερασπίζουν την ορθότητα του βομβαρδισμού ως ένα ισχυρό μάθημα στο Γερμανικό λαό. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι, ήταν έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Και ορισμένοι ακόμη ένα μήνυμα προς τους Σοβιετικούς που ετοιμάζονταν ουσιαστικά να καταλάβουν τη Γερμανία. Το σίγουρο είναι μόνο ένα, οι ανελέητοι αυτοί εγκληματικοί βομβαρδισμοί των συμμάχων, εναντίον των Γερμανικών πόλεων και του Γερμανικού λαού είναι εγκλήματα πολέμου, είναι εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Οι ηγέτες αυτών των χωρών έπρεπε να συλληφθούν και δικασθούν ως εγκληματίες πολέμου πάνω στα ερείπια της Δρέσδης και των άλλων κατεστραμμένων Γερμανικών πόλεων. Ως γνωστό όμως την ιστορία τη γράφει πάντοτε ο νικητής. Και ο νικητής, πάντα σε έναν πόλεμο, είναι ο θάνατος για τον ηττημένο.

 Ν. Αγαπηνός

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *